Βίκυ Λαμπίρη

Ποίηση, στίχοι, λόγος…

Μέσα στο στήθος χάραξε κι ανέβηκε η μέρα
του γερακιού ξεπέταγμα, σκιά του αετού
το μέσα βλέμμα μου ‘ριξες που δεν ξέρει φοβέρα
και διάλεξα το δρόμο μου
του απάτητου βουνού.

Τον βράχο μου αγκάλιασα και έγινα ο βράχος
κόρη του Σίσυφου με λες και κόρη τ’ ουρανού
κι αν σ’ έσφιξα, κι αν σ’ ένιωσα, εσύ πατάς μονάχος
αγέρωχος, αδιάβατος
στα σκέρτσα του καιρού.

Λάμπουνε τα κοιτάσματα βαθιά μες στο σκοτάδι
και πώς το λένε τα πουλιά το πέταγμα στο φως
έλα και βάλε μουσική στον κήπο μου το βράδυ
έλα και ράγισε το νου
του πόνου ο ανθός.

Και πώς το λένε τα πουλιά το μυστικό όνομά σου
νερό το λένε κι αργαλειό κι υφάδι του γκρεμού
βρήκα μια λέξη να κρατά την άνοιξη κοντά σου
μήτε τ’ αηδόνι να το βρει στα χείλη του παιδιού
μήτε η νύχτα να το βρει αθώου πλοηγού
μόνο από εμέ θε να στο πω
ευχή του πηγαδιού.