Δυό πλοία είμαστε στη θάλασσα τη νύχτα μοναχικά, που φεύγουν και περνάνε δρόμους ανοίγουνε, δεν ξέρουνε πού πάνε δυό πλοία είμαστε στη θάλασσα τη νύχτα Κι εσύ μου λες, αχ να ‘ μουν ένα δάκρυ σου να πιω να πιάσω με τις χούφτες μου τα κρύσταλλα να στάξω να ενώσω...
Πού είναι ο έρωτας; Ανάμεσα στα σκέλια; Ποιοι τον κρεμάνε στα σφαχτά και στα τσιγκέλια; Μια συγκυρία, μια αγάπη, μια ιστορία. Κι αν τα κοιμίζεις, πάλι ξυπνάνε τα θηρία. Δράκου φωλιά δράκου φωτιά και δράκου δόντι κι εσύ γεννήθηκες μες στο κεραυνοβρόντι. Στους ουρανούς...
H μια σου όψη θάλασσα, η άλλη ερημιά κι αυτά που εγώ ξερίζωσα για να σε συναντήσω Στα χέρια μαύρα βότσαλα και με κορμιά ζεστά στη γέφυρα που χτίσαμε να βγεις να σε φιλήσω Σκύβω στα χρόνια πίνοντας νερά θαλασσινά βράχηκαν ως το κόκκαλο ιδέες και βιβλία Ανοίγω το...
Tα άγια τσιμέντα είναι τα ντοκουμέντα χτίσαμε και γκρεμίσαμε σε αυταπάτες. Στων αστεριών τη σκόνη ανήκει το τιμόνι ζήσαμε και ζυγίσαμε οι ποδηλάτες. Ανοίξαν οι σιωπές μας οι μάχες οι δικές μας και μετρηθήκαμε με ακροβάτες. Στο γκρίζο συννεφάκι ένα όμορφο βραδάκι...
Kάποτε ήρθαν τ’ αηδόνια στα μπαλκόνια εκεί που δεν περίμενα να ρθούν μέσα στην άνοιξη και τα παγώνια Μία η Αγάπη κάθε χίλια χιόνια τρίζοντας φύλλα να ξεπεταχτούν και ν’ απαιτήσουνε ζωή αιώνια Ανάσα η ψυχή και η σκυτάλη σε μια στιγμή να ζεις μία ζωή δίνοντας όλο το...
Σε αόρατα σχοινιά σφιχτά δεμένος Ορίζοντες και μύθους περπατάς Φυσάει από παντού τρελλός αέρας Στο τέλος της μέρας Παράθυρα ανοίγω Σ’ αλλόκοτη γιορτή Σε πόλεις μαγικές με ταξιδεύεις Με φύκια στα μαλλιά με πολεμάς Αλλάζει η εποχή μυρίζει θειάφι Ζωή μου αγκάθι Παράθυρα...