Θηρίο όταν μπήκες μες στην πόλη κανείς δεν σε μυρίστηκε κανείς κοιτάζαν τη δουλίτσα τους λένε όλοι να φτιάξουν μια ζωή ”της προκοπής”. Τους έταξες πως ήρθες να τους σώσεις τους είπες σε λαγούμι να κρυφτούν τον τρόπο τη φυλή τους να γλιτώσεις τον τρόπο...
Μια κόκκινη λεπτή κλωστή μες στα μαλλιά μου έχει μπλεχτεί τεντώνω εγώ, τραβάς εσύ κρατάς, δεν θέλεις να κοπεί. Στο έδεσα και στο ‘χα πει πώς στην καρδιά θα τυλιχτεί μπερδεύτηκε μες στη σιωπή κεντάω εγώ, πετάς εσύ. Μαζί σου γίνομαι παιδί νήμα το νήμα και φιλί τρέμει...
Μου έφερες ροδόνερο στα φύλλα στην καρδιά μου κι ένα ποτήρι κρύσταλλο να πιουν τα όνειρά μου. Μου ‘φερες δεντρολίβανο και κόκκινο σερβίτσιο άσπρο τραπεζομάντηλο στου έρωτα το καπρίτσιο. Μου έφερες τσάι του βουνού μπακίρι κουταλάκι και φλυτζανάκι του καφέ να στάξεις το...
Σ’ ένα μαχαίρι περπατώ και το κορμί μουδιάζω σαν τον φακίρη στο καρφί και δεν αναστενάζω. Σ’ ένα μαχαίρι ακροβατώ τις λύπες μου ακονίζω ξαναπατώ παραπατώ το ατσάλι σου ραγίζω. Σ’ ένα μαχαίρι αναζητώ διαμάντι και πετράδι φίδι η ψυχή μου ερπετό...
Ακολουθώ το μονοπάτι ανεβαίνω βουνά μπαίνω στις σπηλιές λέω τα τραγούδια μου σήκωσα το σπίτι μου δεν μπορώ να κάνω αλλιώς επιστρέφω στα μέρη μου στα μέρη της ψυχής. Όλα είναι θέμα φωτιάς θέλω τη φλόγα. Να γυρίσω πίσω να σε θρέψω, παιδί...